A A A en el
A el
offstream menu button

Δώδεκα

Έλλη Παπαδοπούλου, Δώδεκα, 2024
Αφηγηματική performance, 4 λεπτά

Δημιουργική Ακουστική Περιγραφή Έργου (/ - x)

Φωτογραφία του έργου "Δώδεκα"

Το 12 με τη φωνή της Έλλης Παπαδοπούλου (/ - x)

Δημιουργική Περιγραφή Έργου στη Νοηματική Γλώσσα (/ - x)

Δημιουργική Περιγραφή Έργου

Στο Δώδεκα, η Έλλη Παπαδοπούλου συνθέτει μια τελετουργία μνήμης και αντίστασης απέναντι στην έμφυλη βία και την πατριαρχία. Στο δάπεδο του χώρου πραγματοποίησης της performance είναι τοποθετημένα ξερά φύλλα από πλατάνια, ένα μπλε ξύλινο σκαμπό και πάνω του μια γυάλα, μέσα στην οποία υπάρχει ένα δαχτυλίδι. Κοντά, ένα χαμηλό κάθισμα απ΄ όπου δρα η performer, η οποία φοράει μαύρα ρούχα και μπλε παλτό. Μέσα από την οικονομία των χειρονομιών και την παρουσία συμβολικών αντικειμένων, η performer ενεργοποιεί έναν χώρο σιωπηλό αλλά πυκνό, όπου το προσωπικό βιώνεται ως συλλογική μνήμη.

Η φωνή της αφηγείται μια διαγενεακή ιστορία γυναικών που σιωπούν, υπομένουν, αλλά και θυμούνται. Εδώ, ο περίπατος δεν συνιστά μια εξωτερική κίνηση αλλά πράξη ενδοσκόπησης∙ μια εσωτερική διαδρομή ανάμεσα σε μνήμες, βιώματα και αποσιωπήσεις. Η πορεία αυτή δεν αφορά τον χώρο αλλά τον χρόνο, τη μετάβαση από τη σιωπή στη συνειδητοποίηση. Στην ήρεμη επανάληψη της φωνής και της κίνησης, η παρουσία μετατρέπεται σε πράξη μνήμης, ενώ η σιωπή αποκτά τον ρυθμό μιας εσωτερικής αφύπνισης.

Κείμενο της performance

12

Η Έλλη Παπαδοπούλου αφηγείται:

Ίσως η Φροσύνη… να ήταν πιο θαρραλέα. Με σθένος, με ορμή μέχρι το τέλος βάσταξε, κράτησε. Δεν τρόμαξε λες από τα παγωμένα νερά, δεν τρόμαξε να σκέφτεται τα ψάρια γύρω γύρω να τρώνε τα όμορφα τα χέρια της;

Εκείνα που ο αγαπημένος της έβαζε πάνω στο στήθος του και με καλοσύνη τα φιλούσε; Κι αγάπη.

Γιατί να τρόμαξε; Ωραία είναι τούτη η ζωή;

Καλύτερα στο 12.

Αυτό έλεγε κι η μάνα μου απ΄ όταν ήμουνα μικρή.

Κι η μάνα της μάνας, κι αυτή, βουβή έτσι τη θυμάμαι, σαν ένας βράχος μέσα στους αιώνες- καμιά φορά ήθελα να πάω να την κουνήσω εκεί που καθόταν, να δω αν είναι καρφωμένη κάπου. Και κάπου κάπου μουρμούριζε 

‘Ούι, να μη μας μάθει ο κόσμος.

«Θα φύγω και θα σας παρατήσω, θα πάω στο 12» έλεγε η μάνα μου και μας φοβέριζε.

Και τα χρόνια περάσαν κι οι δυο μείναν να στοιχειώνουν αργά αν κι όχι ανεπαίσθητα τους βίους τους σαν το μαρμαρωμένο ζευγάρι του κάστρου. Η όποια παραλληλότητα, θα είναι, ίσως, απλά ζήτημα θέσεως.

«Έχουμε τα παιδιά. Έχουμε τις κόρες, έχουμε και το παιδί». Μ’ αυτούς τους όρους μεγάλωναν τα παιδιά. Αλλά, και σήμερα έτσι μεγαλώνουν. Ύπουλα κρύβεται το «παιδί» στα λόγια μας και ξεπροβάλλει όταν θέλει να μετρήσει το μπόι του, την εξουσία του.

Ίσως η Φροσύνη να ήταν ψυχωμένη, να υπερασπίστηκε αυτό που εγώ τώρα δειλιάζω.

Είχε παιδιά κι εγώ μια κόρη. Κι ήρθε και για μένα ο χαμός μου. Ποιος δε θέλει τη χαρά, ποιος είναι αυτός που θα αρνηθεί το χάδι;

Το βλέμμα ήταν απόλυτο και το σχήμα των χειλιών ακριβό όταν πρόφερε το όνομά μου. Μέσα στα δάχτυλα το κορμί θυμάται, οι άνθρωποι δεν πεθαίνουν όταν αποτυπώνονται οι κινήσεις.

Μια ηλιαχτίδα μέσα στην ομίχλη που μας κατατρώει και να η ζέστα, η χαρά. Ποιος καταλαβαίνει, ποιος νιώθει. 

Ίσως η Φροσύνη αγάπησε στ΄ αλήθεια κι όλα τα θυσίασε χωρίς δεύτερη σκέψη

Όχι, έτρεμε το τελευταίο βράδυ όταν όλοι οι άντρες γύρω της ήταν βολεμένοι. Το φόραγε το δαχτυλίδι του ακριβού της με καμάρι, θα το ’παιρνε μαζί της. 

Εγώ, που δεν έχω τίποτα παρά μόνο αυτό το ινδικό βραχιολάκι που μου έφτιαξες. Μ΄ έπαρση εκείνη το έδειχνε, το κρύβω εγώ κανείς να μη το δει. 

Το βραχιολάκι με τις ξύλινες χάντρες. Κι όσες φορές κόπηκε και πέσαν στο πάτωμα οι χάντρες, τρυφερά τις μάζεψα μια μια.

Μα τώρα το πετάω κι εμένα μαζί στο 12.

Γιατί όλοι με προδώσαν και τώρα μόνο η λίμνη παντοτινή αγκαλιά των γυναικών.

Έτσι με ιστορίες μάς μεγάλωσαν.

Και πάντα κάποια πέφτει

Στο γκρεμό,

στον ποταμό, 

στο πηγάδι 

στο 12.


Εκθεσιακή ενότητα: Υφές και μνήμες της πόλης
…σαν ένας ζωντανός καμβάς γεμάτος ίχνη από παλιότερους καιρούς

Μάθετε περισσότερα για το project:

arrowup
support us
©2026 offstream Designed by P-SO
Coded by Designerd